Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όλεθρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολύ μεγάλη καταστροφή, τεράστιες απώλειες, μεγάλος χαμός, τρομερή βλάβη, αφανισμός, π.χ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

όλεθρος < αρχαία ελληνικά, ὄλεθρος <ὄλλυμι και ολλύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήόλεθροςόλεθροι
Γενικήολέθρου / όλεθρουολέθρων
Αιτιατικήόλεθροολέθρους / όλεθρους
Κλητικήόλεθρεόλεθροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →