εξολοθρεύω
•
- καταστρέφω (έναν αντίπαλο) ολοσχερώς, προκαλώ τον όλεθρό του Βικιλεξικό
- σκοτώνω όλα τα άτομα που αποτελούν ένα σύνολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξολοθρεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξολοθρεύω < αρχαία ελληνική ἐξολεθρεύω με ανομοίωση σε [o] < ἐξ (εξ-) + ὀλεθρεύω < ὄλεθρος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξολοθρεύω | εξολοθρεύεις | εξολοθρεύει | εξολοθρεύουμε | εξολοθρεύετε | εξολοθρεύουν / εξολοθρεύουνε |
| Παρατατικός | εξολόθρευα | εξολόθρευες | εξολόθρευε | εξολοθρεύαμε | εξολοθρεύατε | εξολοθρεύαν / εξολοθρεύανε / εξολόθρευαν |
| Αόριστος | εξολόθρευσα | εξολόθρευσες | εξολόθρευσε | εξολοθρεύσαμε | εξολοθρεύσατε | εξολοθρεύσαν / εξολοθρεύσανε / εξολόθρευσαν |
| Μέλλοντας | θα εξολοθρεύσω / θα εξολοθρεύω | θα εξολοθρεύεις / θα εξολοθρεύσεις | θα εξολοθρεύει / θα εξολοθρεύσει | θα εξολοθρεύουμε / θα εξολοθρεύσουμε | θα εξολοθρεύετε / θα εξολοθρεύσετε | θα εξολοθρεύουν / θα εξολοθρεύουνε / θα εξολοθρεύσουν / θα εξολοθρεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξολοθρεύσει | έχεις εξολοθρεύσει | έχει εξολοθρεύσει | έχουμε εξολοθρεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξολοθρεύσει | είχες εξολοθρεύσει | είχε εξολοθρεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξολοθρεύσει / να εξολοθρεύσω / να εξολοθρεύω | να έχεις εξολοθρεύσει / να εξολοθρεύεις / να εξολοθρεύσεις | να έχει εξολοθρεύσει / να εξολοθρεύει / να εξολοθρεύσει | να έχουμε εξολοθρεύσει / να εξολοθρεύουμε / να εξολοθρεύσουμε | να εξολοθρεύετε / να εξολοθρεύσετε | να εξολοθρεύουν / να εξολοθρεύουνε / να εξολοθρεύσουν / να εξολοθρεύσουνε |
| Προστακτική | — | εξολόθρευε / εξολόθρευσε | — | — | εξολοθρεύετε / εξολοθρεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξολοθρεύτηκαεξολοθρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →