όλμος
•
- στρατιωτικός όροςπυροβόλο μικρού διαμετρήματος που μεταφέρεται εύκολα και χρησιμοποιείται κυρίως από το πεζικό για βολές μεγάλης καμπυλότητας Βικιλεξικό
- συστοιχία όλμων: ολμοστοιχία
- βλήμα ολμοβόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όλμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅλμος (στρογγυλή πέτρα, γουδί), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική mortier λόγω της ομοιότητας της κάννης με γουδί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όλμος | όλμοι |
| Γενική | όλμου | όλμων |
| Αιτιατική | όλμο | όλμους |
| Κλητική | όλμε | όλμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →