όραμα
•
- οπτική εμπειρία χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα Βικιλεξικό
- Ο Κωνσταντίνος είδε σε όραμα το σημείο του Σταυρού με τη φράση ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ
- η επιθυμία πραγματοποίησης ενός ιδανικού, ο στόχος Βικιλεξικό
- το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο
- σπάνιοό,τι βλέπουμε Βικιλεξικό
- τα οράματα και τα ακούσματα
Ετυμολογία
όραμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅραμα :* για το ιδανικός, τον στόχο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vision
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όραμα | οράματα |
| Γενική | οράματος | οραμάτων |
| Αιτιατική | όραμα | οράματα |
| Κλητική | όραμα | οράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →