Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όρθωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ορθώνω Βικιλεξικό
  2. ειδικότερααποκατάσταση ορθοπαιδικών ή κινητικών προβλημάτων Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραείδος νάρθηκα που είτε εμποδίζει είτε βοηθά την κίνηση ενός άκρου ή της σπονδυλικής στήλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

όρθωση < αρχαία ελληνική ὄρθωσις ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική orthosis)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήόρθωσηορθώσεις
Γενικήόρθωσηςορθώσεων
Αιτιατικήόρθωσηορθώσεις
Κλητικήόρθωσηορθώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →