όρθωση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ορθώνω Βικιλεξικό
- ειδικότερααποκατάσταση ορθοπαιδικών ή κινητικών προβλημάτων Βικιλεξικό
- ειδικότεραείδος νάρθηκα που είτε εμποδίζει είτε βοηθά την κίνηση ενός άκρου ή της σπονδυλικής στήλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όρθωση < αρχαία ελληνική ὄρθωσις ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική orthosis)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όρθωση | ορθώσεις |
| Γενική | όρθωσης | ορθώσεων |
| Αιτιατική | όρθωση | ορθώσεις |
| Κλητική | όρθωση | ορθώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →