ανάστημα
•
- το ύψος κάποιου όταν στέκεται όρθιος και ευθυτενής Βικιλεξικό
- έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- μεταφορικάη υπόσταση, το σύνολο των ηθικών ικανοτήτων κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάστημα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀνάστημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάστημα | αναστήματα |
| Γενική | αναστήματος | αναστημάτων |
| Αιτιατική | ανάστημα | αναστήματα |
| Κλητική | ανάστημα | αναστήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →