θάρρος
•
- η δύναμη που έχει κάποιος να αντιμετωπίζει επικίνδυνες καταστάσεις είτε χωρίς φόβο ή υπερνικώντας τον Βικιλεξικό
- -Γαβ! γαβ! κλέπτης! φωνάζει άξαφνα ο Νέστωρ. Πού είναι ο κλέπτης; Είναι ένας ποντίκαρος φορτωμένος με εν στάχυ. Κατ’ αρχάς έτρεξε να κρυφθή καταφοβισμένος˙ αλλ’ άμα είδε, ότι δεν τον έφθανε ο φύλαξ, επήρε θάρρος. –Πού έκοψες αυτό το στάχυ; τον ερωτά με θυμό ο Νέστωρ. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο κλέπτης, Θρακικά Χρονικά, τχ. 37 ( 1982), σελ. 76 https://www.greek-language.gr/periodika/mags/thrakika/1982/37/134317)
- στις κοινωνικές σχέσειςη υπερβολική (με την κακή έννοια), ενοχλητική και κακή οικειότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θάρρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θάρρος, αττικός τύπος του θάρσος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θάρρος | θάρρη / θάρρητα |
| Γενική | θάρρους | — |
| Αιτιατική | θάρρος | θάρρη / θάρρητα |
| Κλητική | θάρρος | θάρρη / θάρρητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →