ἀπόνιψις
•
- το πλύσιμο, το νίψιμο προσώπου και χεριών Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπόνιψη, η συγχώρεση αμαρτίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἀπόνιψις < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀπόνιψις. Συγχρονικά αναλύεται σε ἀπό- + νίψις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →