Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλαϊτζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο κασσιτερωτής χαλκωμάτων, γενικότερα ο γανωτής, ή γανωτζής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλαϊτζής < καλάι + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλαϊτζήςκαλαϊτζήδες
Γενικήκαλαϊτζήκαλαϊτζήδων
Αιτιατικήκαλαϊτζήκαλαϊτζήδες
Κλητικήκαλαϊτζήκαλαϊτζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →