καλαϊτζής
•
- επάγγελμαο κασσιτερωτής χαλκωμάτων, γενικότερα ο γανωτής, ή γανωτζής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καλαϊτζής < καλάι + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλαϊτζής | καλαϊτζήδες |
| Γενική | καλαϊτζή | καλαϊτζήδων |
| Αιτιατική | καλαϊτζή | καλαϊτζήδες |
| Κλητική | καλαϊτζή | καλαϊτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →