κορομηλιά
•
- φυλλοβόλο δέντρο (είδος Prunus cerasifera) με λευκά ή ροζ άνθη και καρπό το κορόμηλο Βικιλεξικό
- Δεν είχε πολλά λουλούδια, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, υπήρχε όμως μια τεράστια μαβιά μπουκαμβίλια, ένα γέρικο αλμυρίκι και μια άγρια κορομηλιά. (Μαριάννα Τσαντίλη, Σαν ψίθυρος στην έρημο, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
κορομηλιά < κορόμηλ(ο) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορομηλιά | κορομηλιές |
| Γενική | κορομηλιάς | κορομηλιών |
| Αιτιατική | κορομηλιά | κορομηλιές |
| Κλητική | κορομηλιά | κορομηλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →