Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαγοράρης

/ksa.ɣoˈɾa.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόο εξομολογητής, ο πνευματικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξαγοράρης μεσαιωνική ελληνική και ἐξαγοράρης < ξαγορευτής και ἐξηγορευτής < μεσαιωνική ελληνική ξαγορεύω και ἐξαγορεύω (εξομολογώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξαγοράρηςξαγοράρηδες
Γενικήξαγοράρηξαγοράρηδων
Αιτιατικήξαγοράρηξαγοράρηδες
Κλητικήξαγοράρηξαγοράρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →