Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρασινάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η χλόη, τα χαμηλά χόρτα Βικιλεξικό
    • Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • Φάγαμε και μετά ξαπλώσαμε στην πρασινάδα.
  2. το πράσινο χρώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρασινάδα < από το πράσινος.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρασινάδαπρασινάδες
Γενικήπρασινάδαςπρασινάδων
Αιτιατικήπρασινάδαπρασινάδες
Κλητικήπρασινάδαπρασινάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →