προάστιο
•
- γεωγραφίατα περίχωρα μιας πόλης: τοποθεσία ή οικισμός δίπλα σε μεγάλη πόλη ή μεγαλούπολη Βικιλεξικό
- η Κηφισιά είναι ένα ακριβό προάστιο της Αθήνας
- ένταση και επεισόδια στα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού
- Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr https://www.capital.gr/o-agis-beroutis-grafei/3906028/dikasimos-to-2035-gia-poia-dikaiosuni-milame/)
Ετυμολογία
προάστιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προάστιον < ουδέτερο του επιθέτου προάστιος ή προάστειος < προ- + ἄστυ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προάστιο | προάστια |
| Γενική | προάστιου / προαστίου | προαστίων |
| Αιτιατική | προάστιο | προάστια |
| Κλητική | προάστιο | προάστια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →