Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χαλκωματάς

/xal.ko.maˈtas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που κατασκευάζει ή επιδιορθώνει χάλκινα σκεύη Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: χαλκωματής

Ετυμολογία

χαλκωματάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαλκωματάς / -ᾶς < χάλκωμα, χαλκωματ- + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχαλκωματάςχαλκωματάδες
Γενικήχαλκωματάχαλκωματάδων
Αιτιατικήχαλκωματάχαλκωματάδες
Κλητικήχαλκωματάχαλκωματάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →