χηλή
•
- ανατομίαάκρη εξωτερικού οργάνου. Βικιλεξικό
- ζωολογίατο νύχι μερικών ζώων Βικιλεξικό
- ζωολογίαη δαγκάνα των καβουριών, αστακών κ.ά. Βικιλεξικό
- η οπλή Βικιλεξικό
- γεωγραφίαπροεξοχή γης που εισχωρεί στη θάλασσα (φυσική ή τεχνητή), προβλήτα, μώλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χηλή < αρχαία ελληνική χηλή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χηλή | χηλές |
| Γενική | χηλής | χηλών |
| Αιτιατική | χηλή | χηλές |
| Κλητική | χηλή | χηλές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →