Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωρολόγιο

/o.ɾoˈlo.ʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πίνακας όπου αναγράφονται οι ώρες εργασίας Βικιλεξικό
    • ως επίθετο ωρολόγιος στην έκφραση ωρολόγιο πρόγραμμα
  2. εκκλησιαστικός όροςεκκλησιαστικό βιβλίο με το κείμενο για τις ακολουθίες των Ωρών Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοτο ρολόι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωρολόγιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὡρολόγιον < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική horaire (→ δείτε τη λέξη ωράριο) :* για το ρολόι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡρολόγιον :* για το εκκλησιαστικό βιβλίο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὡρολόγιον : Μορφολογικά αναλύεται σε ωρο- + -λόγιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωρολόγιοωρολόγια
Γενικήωρολογίου / ωρολόγιουωρολογίων / ωρολόγιων
Αιτιατικήωρολόγιοωρολόγια
Κλητικήωρολόγιοωρολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →