άγνεθος
•
- που δεν τον έχουν γνέσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άγνεθος < α- + γνέθω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άγνεθος | άγνεθη | άγνεθο |
| Γενική | άγνεθου | άγνεθης | άγνεθου |
| Αιτιατική | άγνεθο | άγνεθη | άγνεθο |
| Κλητική | άγνεθε | άγνεθη | άγνεθο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άγνεθοι | άγνεθες | άγνεθα |
| Γενική | άγνεθων | άγνεθων | άγνεθων |
| Αιτιατική | άγνεθους | άγνεθες | άγνεθα |
| Κλητική | άγνεθοι | άγνεθες | άγνεθα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →