γνέθω
•
- μετατρέπω σε μορφή νήματος μαλλί ή άλλο υλικό, χρησιμοποιώντας ανάλογο εργαλείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γνέθω < μεσαιωνική ελληνική γνέθω / νέθω < αρχαία ελληνική νέω + νήθω (συμφυρμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γνέθω | γνέθεις | γνέθει | γνέθουμε | γνέθετε | γνέθουν / γνέθουνε |
| Παρατατικός | έγνεθα | έγνεθες | έγνεθε | γνέθαμε | γνέθατε | έγνεθαν / γνέθαν / γνέθανε |
| Αόριστος | έγνεσα | έγνεσες | έγνεσε | γνέσαμε | γνέσατε | έγνεσαν / γνέσαν / γνέσανε |
| Μέλλοντας | θα γνέθω / θα γνέσω | θα γνέθεις / θα γνέσεις | θα γνέθει / θα γνέσει | θα γνέθουμε / θα γνέσουμε | θα γνέθετε / θα γνέσετε | θα γνέθουν / θα γνέθουνε / θα γνέσουν / θα γνέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γνέσει | έχεις γνέσει | έχει γνέσει | έχουμε γνέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γνέσει | είχες γνέσει | είχε γνέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γνέσει / να γνέθω / να γνέσω | να έχεις γνέσει / να γνέθεις / να γνέσεις | να έχει γνέσει / να γνέθει / να γνέσει | να έχουμε γνέσει / να γνέθουμε / να γνέσουμε | να γνέθετε / να γνέσετε | να γνέθουν / να γνέθουνε / να γνέσουν / να γνέσουνε |
| Προστακτική | — | γνέθε / γνέσε | — | — | γνέθετε / γνέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →