άγνεστος
•
- που δεν τον έχουν γνέσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άγνεστος < α- + γνέθω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άγνεστος | άγνεστη | άγνεστο |
| Γενική | άγνεστου | άγνεστης | άγνεστου |
| Αιτιατική | άγνεστο | άγνεστη | άγνεστο |
| Κλητική | άγνεστε | άγνεστη | άγνεστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άγνεστοι | άγνεστες | άγνεστα |
| Γενική | άγνεστων | άγνεστων | άγνεστων |
| Αιτιατική | άγνεστους | άγνεστες | άγνεστα |
| Κλητική | άγνεστοι | άγνεστες | άγνεστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →