Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άδειασμα

/ˈa.ðʝa.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία του αδειάζω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία του αδειάζω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη παραγωγή συναισθηματικών και πνευματικών κενών Βικιλεξικό
  4. λαϊκότο να παρατάς κάποιον απροστάτευτο χωρίς να δικαιολογήσεις τις πράξεις τους και τους διαλόγους του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άδειασμα < (αδειάζω) αδειασ- + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάδειασμααδειάσματα
Γενικήαδειάσματοςαδειασμάτων
Αιτιατικήάδειασμααδειάσματα
Κλητικήάδειασμααδειάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →