άδειασμα
•
- η διαδικασία του αδειάζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία του αδειάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη παραγωγή συναισθηματικών και πνευματικών κενών Βικιλεξικό
- λαϊκότο να παρατάς κάποιον απροστάτευτο χωρίς να δικαιολογήσεις τις πράξεις τους και τους διαλόγους του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άδειασμα < (αδειάζω) αδειασ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άδειασμα | αδειάσματα |
| Γενική | αδειάσματος | αδειασμάτων |
| Αιτιατική | άδειασμα | αδειάσματα |
| Κλητική | άδειασμα | αδειάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →