άδειος
•
- χωρίς περιεχόμενο Βικιλεξικό
- το ποτήρι δεν έχει καθόλου νερό, είναι άδειο
- για χώρουςχωρίς ανθρώπους Βικιλεξικό
- για θέσηπου δεν είναι κατειλημμένος Βικιλεξικό
- μεταφορικάχωρίς νόημα, χωρίς σκοπό Βικιλεξικό
- η ζωή μου είναι άδεια
- που αδειάζει, που έχει ελεύθερο χρόνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άδειος < Κατά τον Ευάγγλο Πετρούνια στο Λεξικό «Τριανταφυλλίδη» αδει(άζω) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) κατά το άγιος < → δείτε αρχαία ελληνική ἄδεια : Κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄδειος < ἀδειάζω (αναδρομικός σχηματισμός) < → δείτε αρχαία ελληνική ἄδεια
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άδειος | άδεια | άδειο |
| Γενική | άδειου | άδειας | άδειου |
| Αιτιατική | άδειο | άδεια | άδειο |
| Κλητική | άδειε | άδεια | άδειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άδειοι | άδειες | άδεια |
| Γενική | άδειων | άδειων | άδειων |
| Αιτιατική | άδειους | άδειες | άδεια |
| Κλητική | άδειοι | άδειες | άδεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →