Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άδειος

/ˈa.ðʝos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χωρίς περιεχόμενο Βικιλεξικό
    • το ποτήρι δεν έχει καθόλου νερό, είναι άδειο
  2. για χώρουςχωρίς ανθρώπους Βικιλεξικό
  3. για θέσηπου δεν είναι κατειλημμένος Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάχωρίς νόημα, χωρίς σκοπό Βικιλεξικό
    • η ζωή μου είναι άδεια
  5. που αδειάζει, που έχει ελεύθερο χρόνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άδειος < Κατά τον Ευάγγλο Πετρούνια στο Λεξικό «Τριανταφυλλίδη» αδει(άζω) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) κατά το άγιος < → δείτε αρχαία ελληνική ἄδεια : Κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄδειος < ἀδειάζω (αναδρομικός σχηματισμός) < → δείτε αρχαία ελληνική ἄδεια

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδειοςάδειαάδειο
Γενικήάδειουάδειαςάδειου
Αιτιατικήάδειοάδειαάδειο
Κλητικήάδειεάδειαάδειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδειοιάδειεςάδεια
Γενικήάδειωνάδειωνάδειων
Αιτιατικήάδειουςάδειεςάδεια
Κλητικήάδειοιάδειεςάδεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →