άθελος
•
- ακούσιος, για κάτι που γίνεται κατά λάθος ή τυχαία και όχι επίτηδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άθελος < ά- + θέλ(ω) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άθελος | άθελη | άθελο |
| Γενική | άθελου | άθελης | άθελου |
| Αιτιατική | άθελο | άθελη | άθελο |
| Κλητική | άθελε | άθελη | άθελο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άθελοι | άθελες | άθελα |
| Γενική | άθελων | άθελων | άθελων |
| Αιτιατική | άθελους | άθελες | άθελα |
| Κλητική | άθελοι | άθελες | άθελα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →