Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακούσιος

/aˈku.si.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται χωρίς τη θέληση κάποιου Βικιλεξικό
    • ακούσιο λάθος, ακούσια κίνηση
    • Στην κλασική Αθήνα, οι κύριοι δεν είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου στους δούλους. Το Παλλάδιο ήταν το καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση, εκούσιου ή ακούσιου φόνου δούλου. Ο φόνος του δούλου, αποτελούσε μίασμα για την πόλη, […]

Ετυμολογία

ακούσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκούσιος → και δείτε τη λέξη εκούσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακούσιοςακούσιαακούσιο
Γενικήακούσιουακούσιαςακούσιου
Αιτιατικήακούσιοακούσιαακούσιο
Κλητικήακούσιεακούσιαακούσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακούσιοιακούσιεςακούσια
Γενικήακούσιωνακούσιωνακούσιων
Αιτιατικήακούσιουςακούσιεςακούσια
Κλητικήακούσιοιακούσιεςακούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →