Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκληρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει περιουσία Βικιλεξικό
    • Και το' χε, Θεέ μου , ένας τσιφούτης ... ο Θεός να σε φυλάει. Σχεδόν εβδομηντάρης, σπαγκοραμμένος, κι άκληρος παντελώς το φαντάζεσαι; Να' χε παιδιά, αγγόνια ... να πω, τέλος πάντων ... (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου Ροζαλία, εκδ. Ιωλκός, 2015, σελ. 457)
  2. που δεν έχει παιδιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκληρος < αρχαία ελληνική ἄκληρος # άκληρος < α- στερητικό + κλήρα + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκληροςάκληρηάκληρο
Γενικήάκληρουάκληρηςάκληρου
Αιτιατικήάκληροάκληρηάκληρο
Κλητικήάκληρεάκληρηάκληρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκληροιάκληρεςάκληρα
Γενικήάκληρωνάκληρωνάκληρων
Αιτιατικήάκληρουςάκληρεςάκληρα
Κλητικήάκληροιάκληρεςάκληρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →