κακομοίρης
•
- που η μοίρα του δεν είναι καλή, που αντιμετωπίζει ατυχίες και δυστυχίες στη ζωή του Βικιλεξικό
- που με την εμφάνιση, τις πράξεις του ή τα λόγια του προκαλεί την συμπάθεια ή τον οίκτο των άλλων Βικιλεξικό
- Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
Ετυμολογία
κακομοίρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακομοίρης < ελληνιστική κοινή κακόμοιρος < κακο- + μοῖρα (κτητικό σύνθετο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακομοίρης | κακομοίρα | κακομοίρικο |
| Γενική | κακομοίρη | κακομοίρας | κακομοίρικου |
| Αιτιατική | κακομοίρη | κακομοίρα | κακομοίρικο |
| Κλητική | κακομοίρη | κακομοίρα | κακομοίρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακομοίρηδες | κακομοίρες | κακομοίρικα |
| Γενική | κακομοίρηδων | — | κακομοίρικων |
| Αιτιατική | κακομοίρηδες | κακομοίρες | κακομοίρικα |
| Κλητική | κακομοίρηδες | κακομοίρες | κακομοίρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →