άνοιξη
•
- μία από τις τέσσερις εποχές του έτους ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι Βικιλεξικό
- Η άνοιξη έχει 3 μήνες: τον Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Μάιο
- κατά τη διάρκεια της άνοιξης Βικιλεξικό
- Την άνοιξη η φύση οργιάζει.
Ετυμολογία
άνοιξη < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἄνοιξις (άνοιγμα) ἀνοιγ(σις) + ανοιγ-ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνοιξη | ανοίξεις |
| Γενική | άνοιξης | ανοίξεων |
| Αιτιατική | άνοιξη | ανοίξεις |
| Κλητική | άνοιξη | ανοίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →