Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνοιξη

/ˈa.ni.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μία από τις τέσσερις εποχές του έτους ανάμεσα στο χειμώνα και το καλοκαίρι Βικιλεξικό
    • Η άνοιξη έχει 3 μήνες: τον Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Μάιο
  2. κατά τη διάρκεια της άνοιξης Βικιλεξικό
    • Την άνοιξη η φύση οργιάζει.

Ετυμολογία

άνοιξη < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἄνοιξις (άνοιγμα) ἀνοιγ(σις) + ανοιγ-ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάνοιξηανοίξεις
Γενικήάνοιξηςανοίξεων
Αιτιατικήάνοιξηανοίξεις
Κλητικήάνοιξηανοίξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →