όμβρος
•
- μετεωρολογίαη καταρρακτώδης βροχή Βικιλεξικό
- στα ορεινά της βόρειας χώρας τις απογευματινές ώρες θα εκδηλωθούν τοπικοί όμβροι.
Ετυμολογία
όμβρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄμβρος (νεροποντή, μπόρα, καταιγίδα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όμβρος | όμβροι |
| Γενική | όμβρου | όμβρων |
| Αιτιατική | όμβρο | όμβρους |
| Κλητική | όμβρε | όμβροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →