Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνοπτος

/ˈa.no.ptos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοάψητος Βικιλεξικό
    • άνοπτοι πλίνθοι και πλάκες
  2. λόγιοχαρακτηρισμός πλανήτη ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άνοπτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἄνοπτος (άψητος). Μορφολογικά αναλύεται σε άν- στερητικό + οπτός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνοπτοςάνοπτηάνοπτο
Γενικήάνοπτουάνοπτηςάνοπτου
Αιτιατικήάνοπτοάνοπτηάνοπτο
Κλητικήάνοπτεάνοπτηάνοπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνοπτοιάνοπτεςάνοπτα
Γενικήάνοπτωνάνοπτωνάνοπτων
Αιτιατικήάνοπτουςάνοπτεςάνοπτα
Κλητικήάνοπτοιάνοπτεςάνοπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →