Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπτός

/oˈptos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοψημένος Βικιλεξικό
    • οπτή γη: η τερακότα

Ετυμολογία

οπτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀπτός - συγκρίνετε με το διαλεκτικό οφτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπτόςοπτή / οπτηοπτο / οπτό
Γενικήοπτούοπτήςοπτού
Αιτιατικήοπτόοπτήοπτό
Κλητικήοπτέοπτήοπτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπτοίοπτέςοπτά
Γενικήοπτώνοπτώνοπτών
Αιτιατικήοπτούςοπτέςοπτά
Κλητικήοπτοίοπτέςοπτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →