άνυσμα
•
- μαθηματικάσυνώνυμο του διάνυσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άνυσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄνυσμα (επιτέλεση) < αρχαία ελληνική ἀνύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνυσμα | ανύσματα |
| Γενική | ανύσματος | ανυσμάτων |
| Αιτιατική | άνυσμα | ανύσματα |
| Κλητική | άνυσμα | ανύσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →