άπαρση
•
- ναυτικός όροςτο κοινώς λεγόμενο σαλπάρισμα, που κυριολεκτικά σημαίνει ανέλκυση άγκυρας για πλού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπαρση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀπαίρω < ἀπό + αἵρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άπαρση | απάρσεις |
| Γενική | άπαρσης | απάρσεων |
| Αιτιατική | άπαρση | απάρσεις |
| Κλητική | άπαρση | απάρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →