Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απαρτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςπου έχει σχέση με την άπαρση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απαρτικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀπαίρω < ἀπό + αἵρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαρτικόςαπαρτικήαπαρτικό
Γενικήαπαρτικούαπαρτικήςαπαρτικού
Αιτιατικήαπαρτικόαπαρτικήαπαρτικό
Κλητικήαπαρτικέαπαρτικήαπαρτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπαρτικοίαπαρτικέςαπαρτικά
Γενικήαπαρτικώναπαρτικώναπαρτικών
Αιτιατικήαπαρτικούςαπαρτικέςαπαρτικά
Κλητικήαπαρτικοίαπαρτικέςαπαρτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →