άπορος
•
- που δεν έχει οικονομικούς πόρους για να ζήσει, ο ενδεής, ο πολύ φτωχός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπορος < αρχαία ελληνική ἄπορος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- + πόρος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπορος | άπορη | άπορο |
| Γενική | άπορου | άπορης | άπορου |
| Αιτιατική | άπορο | άπορη | άπορο |
| Κλητική | άπορε | άπορη | άπορο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άποροι | άπορες | άπορα |
| Γενική | άπορων | άπορων | άπορων |
| Αιτιατική | άπορους | άπορες | άπορα |
| Κλητική | άποροι | άπορες | άπορα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →