απορία
•
- η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο ερώτημα που τον απασχολεί Βικιλεξικό
- Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
- φιλοσοφίαη κατάσταση κατά την οποία ο φιλόσοφος δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε κάποιο φιλοσοφικό ερώτημα, επειδή έχει φτάσει σε αντίφαση ή επειδή δύο αντίθετες προτάσεις φαίνονται εξίσου πειστικές Βικιλεξικό
- ερώτημα Βικιλεξικό
- Η απόφαση στην υπόθεση πολυιδιοκτησίας δεν είναι εύκολα κατανοητή, με την έννοια πως για να ληφθεί σημειώθηκαν μερικά δυσεξήγητα λογικά άλματα, που προκαλούν τεράστιες απορίες.
- η έλλειψη οικονομικών πόρων Βικιλεξικό
- πιστοποιητικό απορίας
Ετυμολογία
απορία < αρχαία ελληνική ἀπορία. Συγχρονικά αναλύεται σε άπορος + -ία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απορία | απορίες |
| Γενική | απορίας | αποριών |
| Αιτιατική | απορία | απορίες |
| Κλητική | απορία | απορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →