απορώ
•
- μεταβατικό και αμετάβατοβρίσκομαι σε αδυναμία να δώσω απάντηση σε κάποιο ερώτημα, δεν καταλαβαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορώ < αρχαία ελληνική ἀπορῶ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απορώ | απορείς | απορεί | απορούμε | απορείτε | απορούν / απορούνε |
| Παρατατικός | απορούσα | απορούσες | απορούσε | απορούσαμε | απορούσατε | απορούσαν / απορούσανε |
| Αόριστος | απόρησα | απόρησες | απόρησε | απορήσαμε | απορήσατε | απορήσαν / απορήσανε / απόρησαν |
| Μέλλοντας | θα απορήσω / θα απορώ | θα απορήσεις / θα απορείς | θα απορήσει / θα απορεί | θα απορήσουμε / θα απορούμε | θα απορήσετε / θα απορείτε | θα απορήσουν / θα απορήσουνε / θα απορούν / θα απορούνε |
| Παρακείμενος | έχω απορήσει | έχεις απορήσει | έχει απορήσει | έχουμε απορήσει | έχετε απορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απορήσει | είχες απορήσει | είχε απορήσει | είχαμε απορήσει | είχατε απορήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω απορήσει / να απορήσω / να απορώ | να έχεις απορήσει / να απορήσεις / να απορείς | να έχει απορήσει / να απορήσει / να απορεί | να έχουμε απορήσει / να απορήσουμε / να απορούμε | να έχετε απορήσει / να απορήσετε / να απορείτε | να απορήσουν / να απορήσουνε / να απορούν / να απορούνε |
| Προστακτική | — | απόρησε | — | — | απορήστε / απορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →