άρχοντας
•
- πλούσιος άνδρας με θέση κύρους που φέρεται γενναιόδωρα και μεταφορικά όποιος φέρεται με παρόμοιο τρόπο χωρίς απαραιτήτως να είναι εύπορος Βικιλεξικό
- Ο Κώστας είναι άρχοντας, καθαρός, καλοντυμένος, ευγενής, πάντα κερνάει.
- Είναι μισθωτός, αλλά θέλει να ζει σαν άρχοντας.
- παρωχημένη σημασίαο κυβερνήτης μιας περιοχής, ο αξιωματούχος, αριστοκράτης ή ευγενής που δικοικούσε μια περιοχή Βικιλεξικό
- (στην Ελλάδα) τσιφλικάς, προύχοντας, δημογέροντας
- αρχαία Αθήναεπίσημος τίτλος Βικιλεξικό
- οι εννέα άρχοντες των Αθηνών
Ετυμολογία
άρχοντας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄρχοντας, μορφή του ἄρχων (ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική ἄρχων μετοχή και ουσιαστικοποιημένη μετοχή του ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρχοντας | άρχοντες |
| Γενική | άρχοντα | αρχόντων |
| Αιτιατική | άρχοντα | άρχοντες |
| Κλητική | άρχοντα | άρχοντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →