άστοχος
•
- κυριολεκτικάπου δεν βρίσκει τον στόχο του Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπερίσκεπτος και λανθασμένος, ακατάλληλος ή ανακριβής Βικιλεξικό
- Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γη. (Ρούσσος βρανάς, Η άχρονη χώρα, εκδ. Ποταμός, 2002, σελ. 22)
Ετυμολογία
άστοχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄστοχος < ἀ- + στόχος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *steygʰ- (περπατώ, πηγαίνω, σκαρφαλώνω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άστοχος | άστοχη | άστοχο |
| Γενική | άστοχου | άστοχης | άστοχου |
| Αιτιατική | άστοχο | άστοχη | άστοχο |
| Κλητική | άστοχε | άστοχη | άστοχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άστοχοι | άστοχες | άστοχα |
| Γενική | άστοχων | άστοχων | άστοχων |
| Αιτιατική | άστοχους | άστοχες | άστοχα |
| Κλητική | άστοχοι | άστοχες | άστοχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →