έγκαιρος
•
- που εκδηλώνεται στον κατάλληλο καιρό, στην ώρα του, πριν τη λήξη μιας προθεσμίας ή διορίας ή πριν να είναι πολύ αργά Βικιλεξικό
- έγκαιρη προσέλευση, έγκαιρη παροχή βοήθειας
- Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες. (Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, (συλλογικό έργο, επιμελητές Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 24)
Ετυμολογία
έγκαιρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔγκαιρος. Συγχρονικά αναλύεται σε έγ- (εν) + καιρός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκαιρος | έγκαιρη | έγκαιρο |
| Γενική | έγκαιρου | έγκαιρης | έγκαιρου |
| Αιτιατική | έγκαιρο | έγκαιρη | έγκαιρο |
| Κλητική | έγκαιρε | έγκαιρη | έγκαιρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκαιροι | έγκαιρες | έγκαιρα |
| Γενική | έγκαιρων | έγκαιρων | έγκαιρων |
| Αιτιατική | έγκαιρους | έγκαιρες | έγκαιρα |
| Κλητική | έγκαιροι | έγκαιρες | έγκαιρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →