Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έγκαυμα

/ˈeŋ.ɡav.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η βλάβη στο δέρμα και τους ιστούς που προκαλείται από τη φλόγα της φωτιάς ή και από την έκθεση σε θερμότητα ή στη δράση άλλων φυσικών παραγόντων (π.χ. του ηλεκτρισμού) ή χημικών ουσιών (π.χ. οξύ) Βικιλεξικό
    • υπέστη εγκαύματα τρίτου βαθμού

Ετυμολογία

έγκαυμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔγκαυμα < αρχαία ελληνική ἔγκαυμα < ἐγκαίω < ἐν + καίω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέγκαυμαεγκαύματα
Γενικήεγκαύματοςεγκαυμάτων
Αιτιατικήέγκαυμαεγκαύματα
Κλητικήέγκαυμαεγκαύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →