εγκαυματίας
•
- που έχει πάθει έγκαυμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαυματίας < (έγκαυμα) εγκαυματ- + -ίας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαυματίας | εγκαυματίες |
| Γενική | εγκαυματία | εγκαυματιών |
| Αιτιατική | εγκαυματία | εγκαυματίες |
| Κλητική | εγκαυματία | εγκαυματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →