κλείνω
•
- μεταβατικόμετακινώ κάτι ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο Βικιλεξικό
- κλείνω την πόρτα, το παράθυρο
- μεταβατικόκάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να πάψει να λειτουργεί ένα αισθητήριο όργανο Βικιλεξικό
- κλείνω το στόμα: ενώνω τις σιαγόνες
- κλείνω το στόμα κάποιου (μεταφορικά) τον εμποδίζω να μιλήσει / του στερώ τα επιχειρήματα
- κλείνω τα μάτια
- μεταβατικόμετακινώ τα βλέφαρα προς τα κάτω Βικιλεξικό
- μεταβατικόμετακινώ τα βλέφαρα προς τα κάτω Βικιλεξικό
- μεταβατικόμετακινώ τα βλέφαρα προς τα κάτω Βικιλεξικό
- κλείνω τ' αφτιά μου: (μεταφορικά) αρνούμαι να ακούσω κάτι
- μεταβατικόεμποδίζω την πρόσβαση σε ένα χώρο Βικιλεξικό
- θα πάω να κλείσω την αποθήκη
- κλείνω την ντουλάπα
- κλείνω το συρτάρι (ωθώντας το προς τα μέσα)
- το χιόνι έκλεισε τους δρόμους
- μεταβατικόπαύω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό Βικιλεξικό
- τι ώρα θα κλείσεις το μαγαζί σου σήμερα;
- μεταβατικότερματίζω τη λειτουργία μιας επιχείρησης ή υποκαταστήματος Βικιλεξικό
- η τράπεζα θα κλείσει το ένα από τα δύο υποκαταστήματά της στην πόλη
- μεταβατικότερματίζω, ενεργώ έτσι ώστε να ολοκληρωθεί μια διαδικασία Βικιλεξικό
- ο πρόεδρος έκλεισε τη συζήτηση για το περιβάλλον με την ομιλία του
- μεταβατικόγυρίζω έναν διακόπτη ώστε να σταματήσει η ροή σε ένα δίκτυο Βικιλεξικό
- κλείνω τον διακόπτη, το φως, τη βρύση
- μεταβατικόσταματώ τη λειτουργία Βικιλεξικό
- κλείνω την τηλεόραση, τον υπολογιστή
- μεταβατικόκαλύπτω ένα κενό με μια μάζα υλικού, βουλώνω Βικιλεξικό
- έκλεισε μερικές τρύπες στον τοίχο με στόκο
- μεταβατικόμαζεύω κάτι Βικιλεξικό
- κλείνω τη βεντάλια
- κλείνω το χέρι μου (μαζεύοντας τα δάχτυλα)
- κλείνω τα πόδια μου, τα ενώνω
- μεταβατικόκαλύπτω ένα άνοιγμα ώστε να κρύψω αυτό που βρίσκεται από κάτω ή μέσα Βικιλεξικό
- μεταβατικόκουμπώνω ή ανεβάζω το φερμουάρ Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω ράμματα μετά από χειρουργική επέμβαση Βικιλεξικό
- τον κλείσανε όταν βρήκαν τους πνεύμονές του κατεστραμμένους
- μεταβατικόκαλύπτω ένα δοχείο ή μπουκάλι με το σκέπασμά του Βικιλεξικό
- μεταβατικόπεριορίζω κάποιον / κάτι σε έναν κλειστό χώρο Βικιλεξικό
- τον έκλεισαν στη φυλακή
- μεταβατικόκάνω κράτηση Βικιλεξικό
- έκλεισα θέση στο θέατρο
- κλείνω αεροπορικά εισιτήρια
- μεταβατικόσυμπληρώνω, γίνομαι Βικιλεξικό
- η κυβέρνηση έκλεισε κιόλας τρεις μήνες
- έχει τα γενέθλιά του! κλείνει τα 13!
- μεταβατικόολοκληρώνω το στήσιμο μιας σελίδας εφημερίδας ή περιοδικού και τη στέλνω για εκτύπωση Βικιλεξικό
- Η πρώτη σελίδα κλείνει τελευταία
- αμετάβατομετακινούμαι ώστε να μην υπάρχει πέρασμα Βικιλεξικό
- η πόρτα έκλεισε
- ο δρόμος έκλεισε
- αμετάβατοσταματώ να λειτουργώ Βικιλεξικό
- οι τράπεζες θα κλείσουν σε λίγο
- ακούστηκε ότι θα κλείσει το νέο σουπερμάρκετ
- ο υπολογιστής μου πάλι έκλεισε απροειδοποίητα
- αμετάβατοτερματίζομαι Βικιλεξικό
- το συνέδριο θα κλείσει με την ομιλία του Προέδρου
Ετυμολογία
κλείνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλείνω < αρχαία ελληνική κλείω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κλείνω | κλείνεις | κλείνει | κλείνουμε | κλείνετε | κλείνουν / κλείνουνε |
| Παρατατικός | έκλεινα | έκλεινες | έκλεινε | κλείναμε | κλείνατε | έκλειναν / κλείναν / κλείνανε |
| Αόριστος | έκλεισα | έκλεισες | έκλεισε | κλείσαμε | κλείσατε | έκλεισαν / κλείσαν / κλείσανε |
| Μέλλοντας | θα κλείνω / θα κλείσω | θα κλείνεις / θα κλείσεις | θα κλείνει / θα κλείσει | θα κλείνουμε / θα κλείσουμε | θα κλείνετε / θα κλείσετε | θα κλείνουν / θα κλείνουνε / θα κλείσουν / θα κλείσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κλείσει | έχεις κλείσει | έχει κλείσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κλείσει | είχες κλείσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κλείσει / να κλείνω / να κλείσω | να έχεις κλείσει / να κλείνεις / να κλείσεις | να έχει κλείσει / να κλείνει / να κλείσει | να κλείνουμε / να κλείσουμε | να κλείνετε / να κλείσετε | να κλείνουν / να κλείνουνε / να κλείσουν / να κλείσουνε |
| Προστακτική | — | έχε κλεισμένο / κλείνε / κλείσε | — | — | κλείνετε / κλείστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κλείνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →