Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έγχαρτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εγγράφεται / καταγράφεται σε χαρτί Βικιλεξικό
    • Για τις δικές τους ενέργειες καλεί τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας και τη γενική γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του υπουργείου Οικονομίας ο Συνήγορος του Καταναλωτή σχετικά με την απόφαση της ΔΕΗ να χρεώνει με ένα επιπλέον ευρώ τους έγχαρτους λογαριασμούς. (*)

Ετυμολογία

έγχαρτος < εν- + χαρτί + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέγχαρτοςέγχαρτηέγχαρτο
Γενικήέγχαρτουέγχαρτηςέγχαρτου
Αιτιατικήέγχαρτοέγχαρτηέγχαρτο
Κλητικήέγχαρτεέγχαρτηέγχαρτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέγχαρτοιέγχαρτεςέγχαρτα
Γενικήέγχαρτωνέγχαρτωνέγχαρτων
Αιτιατικήέγχαρτουςέγχαρτεςέγχαρτα
Κλητικήέγχαρτοιέγχαρτεςέγχαρτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →