έγχαρτος
•
- που εγγράφεται / καταγράφεται σε χαρτί Βικιλεξικό
- Για τις δικές τους ενέργειες καλεί τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας και τη γενική γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του υπουργείου Οικονομίας ο Συνήγορος του Καταναλωτή σχετικά με την απόφαση της ΔΕΗ να χρεώνει με ένα επιπλέον ευρώ τους έγχαρτους λογαριασμούς. (*)
Ετυμολογία
έγχαρτος < εν- + χαρτί + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έγχαρτος | έγχαρτη | έγχαρτο |
| Γενική | έγχαρτου | έγχαρτης | έγχαρτου |
| Αιτιατική | έγχαρτο | έγχαρτη | έγχαρτο |
| Κλητική | έγχαρτε | έγχαρτη | έγχαρτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έγχαρτοι | έγχαρτες | έγχαρτα |
| Γενική | έγχαρτων | έγχαρτων | έγχαρτων |
| Αιτιατική | έγχαρτους | έγχαρτες | έγχαρτα |
| Κλητική | έγχαρτοι | έγχαρτες | έγχαρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →