έγχρονος
•
- λόγιοπου υπάρχει ή ορίζεται μέσα σε χρονικά όρια και υπόκειται στη ροή του χρόνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έγχρονος < ελληνιστική κοινή ἔγχρονος < αρχαία ελληνική ἐν + χρόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έγχρονος | έγχρονη | έγχρονο |
| Γενική | έγχρονου | έγχρονης | έγχρονου |
| Αιτιατική | έγχρονο | έγχρονη | έγχρονο |
| Κλητική | έγχρονε | έγχρονη | έγχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έγχρονοι | έγχρονες | έγχρονα |
| Γενική | έγχρονων | έγχρονων | έγχρονων |
| Αιτιατική | έγχρονους | έγχρονες | έγχρονα |
| Κλητική | έγχρονοι | έγχρονες | έγχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →