έλεγχος
•
- η ενέργεια του ελέγχω Βικιλεξικό
- η λεπτομερής εξέταση προκειμένου να βρεθούν λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ Βικιλεξικό
- μπήκε στο λεωφορείο ο ελεγκτής και έκανε έλεγχο στα εισιτήριά μας
- ο περιορισμός των διαστάσεων ή των συνεπειών ενός ανεπιθύμητου ή καταστροφικού φαινομένου στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα Βικιλεξικό
- οι πυροσβέστες έθεσαν υπό έλεγχο την πυρκαγιά
- η συγκράτηση, η πειθάρχηση Βικιλεξικό
- είναι καλό να διατηρούμε τον έλεγχο στις αντιδράσεις μας
- το να κατευθύνω και να καθορίζω τη λειτουργία μιας μηχανής, ενός οχήματος κλπ Βικιλεξικό
- ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου λόγω υπερβολικής ταχύτητας
- η κυριαρχία σε έναν τόπο Βικιλεξικό
- μετά την ήττα τους έχασαν τον έλεγχο των Στενών του Ελλησπόντου
- η αξιολόγηση και η κρίση Βικιλεξικό
- μετά τη δημοσιογραφική έρευνα πρέπει να ακολουθεί ο έλεγχος των πληροφοριών
- η αποδοκιμασία, η επίπληξη ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης Βικιλεξικό
- μετά την άδικη πράξη ακολουθεί ο έλεγχος από τη συνείδησή μας
- στο σχολείοτο έγγραφο με την προφορική βαθμολογία ενός μαθητή που δίνεται στον κηδεμόνα στο τέλος κάθε τριμήνου ή τετραμήνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έλεγχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔλεγχος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contrôle
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έλεγχος | έλεγχοι |
| Γενική | έλεγχου / ελέγχου | ελέγχων |
| Αιτιατική | έλεγχο | ελέγχους |
| Κλητική | έλεγχε | έλεγχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →