έλλειμμα
•
- χρηματικό ή άλλο ποσό που λείπει αναιτιολόγητα (από ταμείο, αποθήκη κ.λπ.) Βικιλεξικό
- κατ' επέκτασηαυτό που λείπει, η ανεπάρκεια, η έλλειψη Βικιλεξικό
- έλλειμμα ανθρωπιάς
- Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)
- στον προϋπολογισμό, το ποσό κατά το οποίο τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα Βικιλεξικό
- Η Συνθήκη του Μάαστριχτ ορίζει ότι το έλλειμμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% και το χρέος το 60% του ΑΕΠ (Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, Το κόστος της κρίσης και η άδικη κατανομή του στην Ελλάδα 2009-2014, εκδ. Βογιατζή, 2015, σελ. 65)
- στο εμπορικό ισοζύγιο, το ποσό κατά το οποίο η αξία των εξαγωγών είναι μικρότερη από την αξία των εισαγωγών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έλλειμμα < αρχαία ελληνική ἔλλειμμα < ἐλλείπω < λείπω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έλλειμμα | ελλείμματα |
| Γενική | ελλείμματος | ελλειμμάτων |
| Αιτιατική | έλλειμμα | ελλείμματα |
| Κλητική | έλλειμμα | ελλείμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →