Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έλλειμμα

/ˈe.li.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χρηματικό ή άλλο ποσό που λείπει αναιτιολόγητα (από ταμείο, αποθήκη κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. κατ' επέκτασηαυτό που λείπει, η ανεπάρκεια, η έλλειψη Βικιλεξικό
    • έλλειμμα ανθρωπιάς
    • Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)
  3. στον προϋπολογισμό, το ποσό κατά το οποίο τα έσοδα είναι λιγότερα από τα έξοδα Βικιλεξικό
    • Η Συνθήκη του Μάαστριχτ ορίζει ότι το έλλειμμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% και το χρέος το 60% του ΑΕΠ (Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, Το κόστος της κρίσης και η άδικη κατανομή του στην Ελλάδα 2009-2014, εκδ. Βογιατζή, 2015, σελ. 65)
  4. στο εμπορικό ισοζύγιο, το ποσό κατά το οποίο η αξία των εξαγωγών είναι μικρότερη από την αξία των εισαγωγών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έλλειμμα < αρχαία ελληνική ἔλλειμμα < ἐλλείπω < λείπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέλλειμμαελλείμματα
Γενικήελλείμματοςελλειμμάτων
Αιτιατικήέλλειμμαελλείμματα
Κλητικήέλλειμμαελλείμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →