Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελλιπής

/e.liˈpis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι πλήρης ή ολόκληρος, που χρειάζεται συμπλήρωση η επέκταση, λειψός Βικιλεξικό
    • Άσχημα παρασκευασμένον, με ελλιπείς ποσότητας τροφίμων, συσσίτιον, αυθαιρεσία και ρεμούλα, εις την διαχείρισιν των τροφίμων από τους αξιωματικούς και τα όργανα υπηρεσίας, αίτινες επανειλημμένως έχουν αναφερθεί εις τους ανώτερούς μας, χωρίς να τεθεί τέρμα (Μακρόνησος: Ιστορικός τόπος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 117)

Ετυμολογία

ελλιπής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐλλιπής < ἐλ + θέμα λιπ- του λείπω + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελλιπήςελλιπήςελλιπές
Γενικήελλιπούςελλιπούςελλιπούς
Αιτιατικήελλιπήελλιπήελλιπές
Κλητικήελλιπή / ελλιπήςελλιπήςελλιπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελλιπείςελλιπείςελλιπή
Γενικήελλιπώνελλιπώνελλιπών
Αιτιατικήελλιπείςελλιπείςελλιπή
Κλητικήελλιπείςελλιπείςελλιπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →