έμφυτος
•
- που υπάρχει στη φύση κάποιου από τη γέννησή του και δεν έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του ή μετά από αγωγή και μάθηση Βικιλεξικό
- έχει έμφυτη ενεργητικότητα και τόλμη
Ετυμολογία
έμφυτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμφυτος, μορφολογικά αναλύεται εμ- + -φυτος ( < φύομαι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έμφυτος | έμφυτη | έμφυτο |
| Γενική | έμφυτου | έμφυτης | έμφυτου |
| Αιτιατική | έμφυτο | έμφυτη | έμφυτο |
| Κλητική | έμφυτε | έμφυτη | έμφυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έμφυτοι | έμφυτες | έμφυτα |
| Γενική | έμφυτων | έμφυτων | έμφυτων |
| Αιτιατική | έμφυτους | έμφυτες | έμφυτα |
| Κλητική | έμφυτοι | έμφυτες | έμφυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →