Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμφυτος

/ˈeɱ.fi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που υπάρχει στη φύση κάποιου από τη γέννησή του και δεν έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της ζωής του ή μετά από αγωγή και μάθηση Βικιλεξικό
    • έχει έμφυτη ενεργητικότητα και τόλμη

Ετυμολογία

έμφυτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔμφυτος, μορφολογικά αναλύεται εμ- + -φυτος ( < φύομαι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμφυτοςέμφυτηέμφυτο
Γενικήέμφυτουέμφυτηςέμφυτου
Αιτιατικήέμφυτοέμφυτηέμφυτο
Κλητικήέμφυτεέμφυτηέμφυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμφυτοιέμφυτεςέμφυτα
Γενικήέμφυτωνέμφυτωνέμφυτων
Αιτιατικήέμφυτουςέμφυτεςέμφυτα
Κλητικήέμφυτοιέμφυτεςέμφυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →