Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύμφυτος

/ˈsim.fi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει στη φύση κάποιου, που αποτελεί φυσικό χαρακτηριστικό του Βικιλεξικό
  2. που προκαλείται ή υπάρχει με φυσικό τρόπο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου συνιστά εύλογο αποτέλεσμα κάποιου άλλου Βικιλεξικό
  4. (για ασθένεια) συγγενής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύμφυτος < αρχαία ελληνική σύμφυτος, μορφολογικά αναλύεται συμ- + -φυτος ( < φύομαι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύμφυτοςσύμφυτησύμφυτο
Γενικήσύμφυτουσύμφυτηςσύμφυτου
Αιτιατικήσύμφυτοσύμφυτησύμφυτο
Κλητικήσύμφυτεσύμφυτησύμφυτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύμφυτοισύμφυτεςσύμφυτα
Γενικήσύμφυτωνσύμφυτωνσύμφυτων
Αιτιατικήσύμφυτουςσύμφυτεςσύμφυτα
Κλητικήσύμφυτοισύμφυτεςσύμφυτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →