εξαιρώ
•
- αφαιρώ, δεν συμπεριλαμβάνω, δεν αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο κάποιον ή κάτι λόγω της διαφοράς του από τα υπόλοιπα ενός συνόλου Βικιλεξικό
- Θα γράψετε όλοι διαγώνισμα· δε θα εξαιρέσω κανέναν.
- συνήθως στο τρίτο παθητικό πρόσωποδιαφοροποιώ και δεν ακολουθώ ένα κανόνα (όπως στη γραμματική) Βικιλεξικό
- νομικός όροςαπαλλάσσω από υποχρέωση ή στερώ δικαίωμα Βικιλεξικό
- εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τέλους, οι παρακάτω: …
Ετυμολογία
εξαιρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαιρῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξαιρέω < ἐξ + αἱρέω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική à l'exception de :* για τη νομική σημασία: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exempter
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαιρώ | εξαιρείς | εξαιρεί | εξαιρούμε | εξαιρείτε | εξαιρούν / εξαιρούνε |
| Παρατατικός | εξαιρούσα | εξαιρούσες | εξαιρούσε | εξαιρούσαμε | εξαιρούσατε | εξαιρούσαν / εξαιρούσανε |
| Αόριστος | εξαίρεσα | εξαίρεσες | εξαίρεσε | εξαιρέσαμε | εξαιρέσατε | εξαίρεσαν / εξαιρέσαν / εξαιρέσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαιρέσω / θα εξαιρώ | θα εξαιρέσεις / θα εξαιρείς | θα εξαιρέσει / θα εξαιρεί | θα εξαιρέσουμε / θα εξαιρούμε | θα εξαιρέσετε / θα εξαιρείτε | θα εξαιρέσουν / θα εξαιρέσουνε / θα εξαιρούν / θα εξαιρούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαιρέσει | έχεις εξαιρέσει | έχει εξαιρέσει | έχουμε εξαιρέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαιρέσει | είχες εξαιρέσει | είχε εξαιρέσει | είχαμε εξαιρέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαιρέσει / να εξαιρέσω / να εξαιρώ | να έχεις εξαιρέσει / να εξαιρέσεις / να εξαιρείς | να έχει εξαιρέσει / να εξαιρέσει / να εξαιρεί | να έχουμε εξαιρέσει / να εξαιρέσουμε / να εξαιρούμε | να εξαιρέσετε / να εξαιρείτε | να εξαιρέσουν / να εξαιρέσουνε / να εξαιρούν / να εξαιρούνε |
| Προστακτική | — | εξαίρεσε | — | — | εξαιρέστε / εξαιρείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαιρέθηκαεξαιρούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →