Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαιρώ

/e.kseˈɾo/ρήμα
•
  1. αφαιρώ, δεν συμπεριλαμβάνω, δεν αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο κάποιον ή κάτι λόγω της διαφοράς του από τα υπόλοιπα ενός συνόλου Βικιλεξικό
    • Θα γράψετε όλοι διαγώνισμα· δε θα εξαιρέσω κανέναν.
  2. συνήθως στο τρίτο παθητικό πρόσωποδιαφοροποιώ και δεν ακολουθώ ένα κανόνα (όπως στη γραμματική) Βικιλεξικό
  3. νομικός όροςαπαλλάσσω από υποχρέωση ή στερώ δικαίωμα Βικιλεξικό
    • εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής τέλους, οι παρακάτω: …

Ετυμολογία

εξαιρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαιρῶ, συνηρημένος τύπος του ἐξαιρέω < ἐξ + αἱρέω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική à l'exception de :* για τη νομική σημασία: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exempter

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξαιρώεξαιρείςεξαιρείεξαιρούμεεξαιρείτεεξαιρούν / εξαιρούνε
Παρατατικόςεξαιρούσαεξαιρούσεςεξαιρούσεεξαιρούσαμεεξαιρούσατεεξαιρούσαν / εξαιρούσανε
Αόριστοςεξαίρεσαεξαίρεσεςεξαίρεσεεξαιρέσαμεεξαιρέσατεεξαίρεσαν / εξαιρέσαν / εξαιρέσανε
Μέλλονταςθα εξαιρέσω / θα εξαιρώθα εξαιρέσεις / θα εξαιρείςθα εξαιρέσει / θα εξαιρείθα εξαιρέσουμε / θα εξαιρούμεθα εξαιρέσετε / θα εξαιρείτεθα εξαιρέσουν / θα εξαιρέσουνε / θα εξαιρούν / θα εξαιρούνε
Παρακείμενοςέχω εξαιρέσειέχεις εξαιρέσειέχει εξαιρέσειέχουμε εξαιρέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εξαιρέσειείχες εξαιρέσειείχε εξαιρέσειείχαμε εξαιρέσει——
Υποτακτικήνα έχω εξαιρέσει / να εξαιρέσω / να εξαιρώνα έχεις εξαιρέσει / να εξαιρέσεις / να εξαιρείςνα έχει εξαιρέσει / να εξαιρέσει / να εξαιρείνα έχουμε εξαιρέσει / να εξαιρέσουμε / να εξαιρούμενα εξαιρέσετε / να εξαιρείτενα εξαιρέσουν / να εξαιρέσουνε / να εξαιρούν / να εξαιρούνε
Προστακτική—εξαίρεσε——εξαιρέστε / εξαιρείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εξαιρέθηκαεξαιρούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εξαίρω

ρήμα
•
  1. προβάλλω, τονίζω ένα χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
  2. προβάλλω, τονίζω τα θετικά χαρακτηριστικά, επαινώ με θέρμη, εγκωμιάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαίρω < αρχαία ελληνική ἐξαίρω < ἐξ + αἴρω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →