έξεργος
•
- τέχνηπου προεξέχει (αρκετά) από την υπόλοιπη επιφάνεια Βικιλεξικό
- Η γυναικεία μορφή εικονίζεται σε έξεργο ανάγλυφο ένθρονη, κατά μέτωπο, με στεφάνι στο κεφάλι, ντυμένη με χιτώνα και ιμάτιο, το οποίο καλύπτει το πίσω μέρος του κεφαλιού. Δύο ζεύγη αλόγων πλαισιώνουν τη θεά, τα δύο μπροστινά σε έξεργο ανάγλυφο, τα άλλα δύο σε χαμηλό. (Μόνιμη έκθεση Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Αναθηματικό ανάγλυφο με παράσταση της κελτικής θεάς Επόνας)
- ουσιαστικοποιημένοέξεργο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έξεργος < εξ- + έργο + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έξεργος | έξεργη | έξεργο |
| Γενική | έξεργου | έξεργης | έξεργου |
| Αιτιατική | έξεργο | έξεργη | έξεργο |
| Κλητική | έξεργε | έξεργη | έξεργο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έξεργοι | έξεργες | έξεργα |
| Γενική | έξεργων | έξεργων | έξεργων |
| Αιτιατική | έξεργους | έξεργες | έξεργα |
| Κλητική | έξεργοι | έξεργες | έξεργα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →